Χάνεκε: Κινηματογραφιστής του Κακού ή της Σκληρής Αλήθειας;

Σκηνή από την ταινία «Παράξενα Παιχνίδια-Funny Games»

Με την ευκαιρία της κινηματογραφικής «επίσκεψης» του Μίκαελ Χάνεκε στο Gazarte Cinema (21/06-04/07) θα γίνει μια αναφορά στο ύφος και το προφίλ αυτού του διάσημου σκηνοθέτη από την Αυστρία, συσχετίζοντας τις ταινίες «Παράξενα Παιχνίδια-Funny Games» και «Λευκή Κορδέλα» που προβάλλονται εκεί.

Έχοντας κερδίσει ξανά φέτος την άνοιξη το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες με την ταινία του «Amour», ο Χάνεκε γίνεται για ακόμη μια φορά το επίκεντρο συζητήσεων, αφιερωμάτων και προβληματισμών ˙ διάφορες σκέψεις γεννιούνται γύρω από το είδος της κινηματογραφικής γραφής, τις τεχνικές και τα εφέ που χρησιμοποιεί αυτός ο ιδιάζων καλλιτέχνης προκειμένου να αντικατοπτρίσει με τις εικόνες του την αλήθεια και τη σκληρότητα του πραγματικού.

Γίνεται γνωστός το 1998 με το σοκαριστικό “Funny Games” που ξαναέκανε ο ίδιος remake το 2007, όπως ο Χίτσκοκ έκανε την ταινία του «Ο Άνθρωπος που Ήξερε Πολλά». Από τότε μέχρι σήμερα, κοινή θεματική των ταινιών του είναι η  αναπαράσταση του κακού, της αποσύνθεσης, της ωμής βίας σωματικής και ψυχολογικής, το ξεγύμνωμα των απόκρυφων βίαιων ενστίκτων της ανθρώπινης φύσης, ενώ ένα πέπλο αμφισημίας και αντιφατικότητας καλύπτει αρκετές από τις μυθολογίες του. Αναμφισβήτητα προκλητικός και συχνά ακραίος, δεν διστάζει να σκηνοθετήσει τον απόλυτο σαδισμό και την ανθρώπινη διαστροφή προσφέροντάς τα στο θεατή κάτω από τα εκτυφλωτικά φώτα της κάμερας.

Με τέτοιο ιστορικό, αναμενόμενο ήταν να προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων γύρω του, αντιδράσεις που κυμαίνονται από το θαυμασμό μέχρι την απέχθεια. Από πολλούς έχει κατηγορηθεί για ηθικολογικό και αποφθεγματικό ύφος συνδυάζοντάς το με την όψη του η οποία δίνει την εντύπωση αυστηρού πάστορα.

Είναι αλήθεια ότι η γοητεία που ασκεί η έκθεση της βίας στην οθόνη ενοχλεί αρκετούς, προσάπτοντας στο Χάνεκε ότι αντιμετωπίζει το θεατή σαν ένα άπληστο, κακό ον που πρέπει οπωσδήποτε να διορθωθεί. Ειδικά στο “Funny Games” έδινε αυτήν την εντύπωση. Για αυτήν την ταινία  λέει ο ίδιος: «Το “Funny Games” ήταν η μόνη ταινία όπου ήθελα πραγματικά να χαστουκίσω το θεατή για να συνειδητοποιήσει τη δύναμη των εικόνων, βάζοντας λίγο λάδι στη φωτιά. Αυτό όμως έγινε αιτία παρεξηγήσεων. Ήμουν οργισμένος εκείνη την εποχή, ωστόσο δεν είναι μέσα στις προθέσεις μου..»

film-white-ribbon

Σκηνή από την ταινία «Λευκή Κορδέλα-White Ribbon»

Όλες τις απλοϊκές προσεγγίσεις του έργου του ήλθε να τις εξισορροπήσει η ομόφωνη αποδοχή και αναγνώριση με τη «Λευκή Κορδέλα» που κέρδισε το πρώτο βραβείο στις Κάννες το 2009. Με αυτήν την ταινία γίνονται πιο ευδιάκριτες οι προθέσεις του σκηνοθέτη. Τοποθετεί την αφήγηση σε ένα προτεσταντικό χωριό τις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου μυστήρια γεγονότα λαμβάνουν χώρα ενώ πρόσωπα διεστραμμένα και άκρως συντηρητικά –σύμβολα εξουσίας- μπαινοβγαίνουν ασκώντας με ευχαρίστηση βία και καταπίεση. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δίνεται η ευκαιρία στο Χάνεκε να πλέξει ένα παραμύθι (ή μάλλον αντί-παραμύθι) με ιστορικές, θρησκευτικές και πολιτικές αναφορές. Ουσιαστικά και εδώ τελικά αναπαράγει μια κεντρική ιδέα που τον στοιχειώνει: την έκθεση των μηχανισμών καταστολής, των κοινωνικών νορμών και αυστηρών κανόνων, της καταπίεσης (θρησκευτικής, πολιτικής, κοινωνικής) που έχει ως αποτέλεσμα την έξαρση των βίαιων και διαστροφικών ορμών του ατόμου. Συγκεκριμένα, ο σκηνοθέτης λέει ότι αυτή η ταινία αναφέρεται «..στον τρόπο με τον οποίο κάθε κλειστό σύστημα αξιών φέρει μέσα του το μικρόβιο της παράβασης (της αντίδρασης, της αποκλίνουσας συμπεριφοράς).»

Η ταινία γίνεται μια αλληγορία ενσάρκωσης του κακού με το πιο θεαματικό του σύμπτωμα: την άσκηση βίας. Μόνο που η οπτική γωνία προσέγγισης είναι διαφορετική από το «Funny Games». Η βία τώρα δεν ασκείται μπροστά στα μάτια του θεατή ενοχλώντας τον αλλά «πίσω από την πόρτα», εκτός κάδρου, hors-champ.  Τα πρόσωπα, βέβαια, και των δύο ταινιών έχουν κοινά σημεία: μέσα στο «Funny Games» οι αιμοβόροι είναι, όπως και οι κάτοικοι του χωριού στη «Λευκή Κορδέλα», εξαιρετικά ευγενικοί, καλοί και εξωτερικά δείχνουν να έχουν καλή ανατροφή. Στο βάθος όμως, τελικά, αποδεικνύεται ότι είναι φοβερά βίαιοι και τρομακτικοί. Η βαναυσότητα ασκούμενη από αγγελικά πρόσωπα, θα λέγαμε. Οι προεκτάσεις στο ναζιστικό και προτεσταντικό δόγμα είναι αναπόφευκτες. « Για αυτήν την ταινία, πήρα το παράδειγμα του γερμανικού φασισμού, που είναι ο πιο γνωστός στον κόσμο, για να δω πώς μια ιδεολογία επηρεάζει (χειραγωγεί) σιγά-σιγά έναν άνθρωπο. Είναι η ίδια αρχή για ένα φασισμό της αριστεράς ή της δεξιάς, για ένα φασισμό πολιτικό ή θρησκευτικό. Παντού όπου υπάρχει κρίση, πίεση, ταπείνωση, οι άνθρωποι «πιάνονται» από οπουδήποτε για να τα βγάλουν πέρα: γενικά (από) μια ιδέα, μια αφαίρεση σαν λύση-θαύμα», αναφέρει ο σκηνοθέτης.

Η «Λευκή Κορδέλα» με τις ασπρόμαυρες εικόνες της, τον αφηγητή, τους ελλειπτικούς διαλόγους, την ακρίβεια των πλάνων, τα πρόσωπα που φαίνονται σαν να έχουν βγει από παλιά, φθαρμένη φωτογραφία δεν μπορεί να μην μας παραπέμψει σε έναν άλλο μεγάλο κινηματογραφιστή: τον I. Bergman. Η κριτική ματιά του τελευταίου φαίνεται να έχει επηρεάσει βαθιά το Χάνεκε που χρησιμοποιεί την τέχνη του κινηματογράφου για να θίξει ζητήματα διαχρονικά και παγκόσμια.

«Λευκή Κορδέλα», λοιπόν, μήπως η «κορδέλα» (στην κυριολεξία) της ταινίας-φιλμ που γίνεται λευκή γιατί αποκαλύπτει το εκθαμβωτικά σκληρό πρόσωπο της αλήθειας και της κοινωνικής πραγματικότητας;

Ας χαθούμε, λοιπόν, στα παράξενα παιχνίδια και τεχνάσματα αυτού του πρωτότυπου καλλιτέχνη-παρατηρητή, Μίκαελ Χάνεκε.

Δήμητρα Γιαννακού, Κριτικός-Σημειολόγος της εικόνας

d.giannakou@yahoo.gr